
1.Χαλλούμι
Το χαλλούμι, φρέσκο ή ώριμο, ήταν πάντα η ναυαρχίδα της αυθεντικής κουζίνας της Κύπρου. Για αιώνες, το προϊόν αυτό αποτελεί βασικό συστατικό της κυπριακής διατροφής και συνδέεται στενά με τον πολιτισμό και τις παραδόσεις του τοπικού λαού. Με εκτιμώμενη ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση 8 κιλών, το Χαλούμι υπερβαίνει κατά πολύ τα προτιμώμενα όλα τα τυριά, κυπριακά και εισαγόμενα. Επιπλέον, το χαλούμι δεν είναι απλώς ένα προϊόν της Κύπρου αλλά αποτελεί μέρος της πολιτιστικής του κληρονομιάς και της παραδοσιακής αγροτικής ζωής και συνδέεται με την κοινωνική αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει ακόμα και σήμερα τα χωριά της Κύπρου.
Σε παλαιότερες εποχές, η διαδικασία χαλουμιού έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή των αγροτικών πληθυσμών, αφού εκτός από την κάλυψη των βασικών τους αναγκών σε τρόφιμα αποτελούσε μια κοινωνική δραστηριότητα μεταξύ των οικογενειών των χωριών και των γειτόνων, ιδίως μεταξύ των γυναικών. Λόγω του γεγονότος ότι κάθε οικογένεια παρήγαγε μικρή ποσότητα γάλακτος από τα κατοικίδια ζώα τους, οι αγροτικές οικογένειες δημιούργησαν μικρούς συνεταιρισμούς για την από κοινού επεξεργασία γάλακτος. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα σε λίγες εβδομάδες, η γειτονιά συγκέντρωσε επαρκείς ποσότητες χαλουμιών για να μοιραστεί μαζί τους. Ο επικεφαλής και ο συντονιστής του συνεταιρισμού ονομάστηκε "galatarka" - γυναίκα γάλακτος - και ήταν συνήθως έμπειρος τυροκόμος που κατείχε τα περισσότερα από τα ζώα.
Σταδιακά, μαζί με την εγχώρια παραγωγή χαλούμι, δημιουργήθηκαν μικρές, εμπορικές μονάδες γαλακτοκομικών προϊόντων σε πολλά χωριά που κατασκευάζουν χαλούμι και άλλα παραδοσιακά τυροκομικά προϊόντα που εξυπηρετούν τις ανάγκες των κοντινών κοινοτήτων. Σήμερα, στην ύπαιθρο, ένας μεγάλος αριθμός μικρών γαλακτοκομείων με αναβαθμισμένη τεχνολογία παράγουν ακόμα χαλούμι και άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, ακολουθώντας παραδοσιακούς τρόπους επεξεργασίας.
Τα μοναδικά χαρακτηριστικά του
Το Χαλλούμι είναι ένα άγευστο, ημί σκληρό τυρί με υφή ανάμεσα σε τυρί cottage και μοτσαρέλα. Το Halloumi μπορεί να τρώγεται ωμά, αλλά προτιμάει καλύτερα όταν μαγειρεύεται, τηγανίζεται ή σε ξυλάνθρακα. Είναι αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα που κάνει το χαλούμι ένα μοναδικό τυρί. Στην πραγματικότητα, ισχυρίζεται ότι είναι το μόνο εμπορικά γνωστό τυρί που μπορεί να μαγειρευτεί με διάφορους τρόπους και να διατηρήσει το σχήμα του. Αν και το τυρί διατηρεί το σχήμα του, η εξωτερική εμφάνισή του μετατρέπεται σε τραγανό χρυσοκαστανό χρώμα λαμβάνοντας τα σημάδια σχάρας ενώ προς τα μέσα μαλακώνει σημαντικά αλλά δεν τήκεται.
ΠΗΓΗ http://www.cyprusfoodndrinks.com

2. Λούντζα
Η λούντζα είναι είναι παραδοσιακό αλλαντικό της Κύπρου που αποτελείται από καπνιστό χοιρινό κρέας. Ως φαγητό αλλά και ως λέξη φαίνεται να προέρχεται από την ιταλική lonza.
Κατά τα παλιότερα χρόνια η λούντζα θεωρούνταν ως πολυτελές έδεσμα καθώς διακρινόταν για την γεύση της, πράγμα που την καθιστούσε περιζήτητη. Για την καλύτερη συντήρηση της απαιτεί ψυχρό κλίμα ενώ περιοχές με παράδοση στην παραγωγή της ήταν οι περιοχές της Πιτσιλιάς και της Πάφου. Επιπλέον στη σημερινή εποχή ξεχωρίζει η λούντζα Πιτσιλιάς, η οποία διακρίνεται για την παραδοσιακή μέθοδο παραγωγής της.
Για την παρασκευή της λούντζας απαιτείται φρέσκο φιλέτο (τρυφερό και χωρίς λίπος κρέας από το εσωτερικό της σπονδυλικής στήλης) χοιρινού, χοντρό αλάτι, κόλιανδρος και κόκκινο κρασί. Αφού πρώτα πασπαλιστεί με αλάτι και κόλιανδρο, το φιλέτο τοποθετείται σε βαθύ δοχείο παραμένει έτσι για μερικές μέρες. Έπειτα καλύπτεται με κρασί για μερικές ακόμα μέρες και καπνίζεται για περίπου τρεις εβδομάδες καθημερινά για μερικές ώρες σε θερμοκρασία 28°C χωρίς να έρχεται σε επαφή με τη φωτιά. Μετά από την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας τοποθετείται προαιρετικά στο ωριμαντήριο. Έπειτα μπορεί να καταναλωθεί ποικιλοτρόπως ολόκληρη ή σε μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια, σε οποιοδήποτε πάχος ή σχήμα.
ΠΗΓΗ https://el.wikipedia.org/

3. Αναρή
Η αναρή είναι ένα λευκό, ήπιο σε γεύση τυρόπηγμα, το οποίο παράγεται είτε σε μαλακή είτε σε σκληρή μορφή. Και οι δύο εκδοχές είναι εξαιρετικά νόστιμες και πολύ χαμηλές σε λιπαρά!
Η μαλακή εκδοχή της αναρής μοιάζει με το τυρί κότεϊτζ ή το ρικότα. Η σκληρή αναρή μπορεί να τριφτεί και να χρησιμοποιηθεί αντί της παρμεζάνας ή άλλων σκληρών τυριών.
Παρασκευάζεται από ξινόγαλα και είναι στην ουσία ένα υποπροϊόν άλλων τυριών όπως είναι το χαλούμι. Στο ξινόγαλα προστίθεται μια μικρή ποσότητα αιγινού ή πρόβειου γάλακτος (περίπου 5-10%). Για την παρασκευή της σκληρής αναρής, προστίθεται αλάτι και ακολούθως το τυρί ξεραίνεται, δίνοντας του μεγαλύτερη διάρκεια ζωής σε σύγκριση με την μαλακή αναρή.
Η μαλακή αναρή χρησιμοποιείται συχνά για πιο γλυκές συνταγές. Είναι ιδανική σε συνδυασμό με χαρουπόμελο ή μέλι ως ένα υγιεινό σνακ ή ακόμη χρησιμοποιείται ως γέμιση σε παραδοσιακά γλυκίσματα όπως είναι τα γλυκά «πουρέκια» και η τυρόπιτα. Η ξερή αναρή έχει πιο έντονη γεύση σε σχέση με την μαλακή και συχνά τρίβεται και χρησιμοποιείται πάνω από ζυμαρικά ή μέσα σε σαλάτες.
ΠΗΓΗ http://www.visitcyprus.com

4. Χαρουπόμελο
Αν και το νόστιμο, κολλώδες στην υφή χαρουπόμελο κατατάσσεται στα Επιδόρπια και Γλυκά, εντούτοις αποτελεί στην πραγματικότητα ένα εξαιρετικά νόστιμο σνακ το οποίο παρασκευάζεται από τα ντόπια χαρούπια. Το χαρουπόμελο μπορεί να αντικαταστήσει το μέλι κι άλλα γλυκαντικά σε διάφορες συνταγές.
Τα χαρουπόμελο είναι ιδανικό για να συνοδεύει την αναρή, δημιουργώντας έτσι ένα υγιεινό σνακ. Χρησιμοποιείται επίσης ως σάλτσα για σαλάτες, μαρινάδες κι άλλες σάλτσες στη θέση του μελιού ή της ζάχαρης. Το παραδοσιακό «παστελάκι» παρασκευάζεται από το χαρουπόμελο.
Η παρασκευή του χαρουπόμελου γίνεται με το βράσιμο των χαρουπιών σ΄ ένα μεγάλο μπρούντζινο δοχείο γεμάτο με νερό για τέσσερις ολόκληρες ώρες. Ο πολτός ακολούθως στραγγίζεται και στο τέλος μένει το χρυσο-μαύρο σιρόπι. Πολλά άλλα προϊόντα παράγονται από τα χαρούπια, όπως είναι το αλεύρι και η σοκολάτα από χαρούπια.
Οι χαρουπιές είναι ένα εγχώριο είδος και καλλιεργείται στο νησί εδώ και τέσσερις χιλιάδες αιώνες. Κάποτε τα χαρούπια αποτελούσαν το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν του νησιού και ήταν γνωστά ως ο «μαύρος χρυσός». Τα χαρούπια ήταν και εξακολουθούν ακόμη να είναι πολύτιμα για το ευρύ φάσμα των χρήσεων τους, καθώς και για το γεγονός ότι, λόγω της σκληράδας τους, μπορούν να αποθηκεύονται και να μεταφέρονται σε πολύ μεγάλες αποστάσεις χωρίς να αλλοιώνεται η γεύση τους.
ΠΗΓΗ http://www.visitcyprus.com

5. Τσαμαρέλα
Η τσαμαρέλα παρασκευάζεται από κατσικίσιο κρέας και θεωρείται ως αναπόσπαστο μέρος του παραδοσιακού μεζέ.
Για την παρασκευή της τσαμαρέλας μεγάλα κομμάτια λιπαρού αιγινού κρέατος κόβονται και αλατίζονται. Ακολούθως τοποθετούνται κάτω από μεγάλα βαρίδια και στη συνέχεια αφήνονται να στεγνώσουν στον ήλιο για 10 περίπου ημέρες. Το κρέας μετά καλύπτεται με ρίγανη και τοποθετείται ξανά στον ήλιο.
Όπως και το χοιρομέρι, η τσαμαρέλα είναι το ιδανικό συνοδευτικό της ντόπιας ζιβανίας.
ΠΗΓΗ http://www.visitcyprus.com

6. Ροδόσταγμα Αγρού
Το ροδόσταγμα Αγρού είναι απόσταγμα ολόκληρου του άνθους της Ροδής της Δαμασκηνής (Rosa Damascena).
Ιστορία: Η παραγωγή ροδοστάγματος γινόταν από παλιά κυρίως στα ορεινά χωριά του Τροόδους, με πιο φημισμένα τα χωριά Μηλικούρι και Αγρός. Το ροδόσταγμα πωλείτο στα πανηγύρια και συνήθως γινόταν ανταλλαγή του με προϊόντα των οποίων η καλλιέργεια δεν απέδιδε στις ορεινές περιοχές.
Μέθοδος παραγωγής: Τα τριαντάφυλλα μαζεύονται τις πολύ πρωινές ώρες και τα πέταλά τους τοποθετούνται κατ’ ευθείαν στον αποστακτήρα. Οι παραγόμενοι υδρατμοί περνούν από ελικοειδή ψυκτικό σωλήνα, υγροποιούνται και συλλέγονται. Το ροδόσταγμα αποθηκεύεται σε γυάλινα δοχεία σκούρου χρώματος σε σκοτεινό και δροσερό μέρος.
Γαστρονομία: Το ροδόσταγμα χρησιμοποιείται ευρύτατα στο σιρόπι διαφόρων ειδών ζαχαροπλαστικής (π.χ. μπακλαβάδες, δάκτυλα, κ.ά.) και σε άλλα γλυκά όπως μαχαλλεπί, ρυζόγαλο, κ.λπ. Χρησιμοποιείται επίσης στην παραγωγή Σουτζιούκου, Παλουζέ και Κιοφτερκών .
ΠΗΓΗ Υπουργείο Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος

7. Ζιβανία
Η Ζιβανία είναι ένα παραδοσιακό Κυπριακό απόσταγμα που παράγεται από στέμφυλα, δηλαδή το υπόλειμμα σταφυλιών που πιέστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οινοποίησης (συμπεριλαμβανομένων των μίσχων και των σπόρων) που αναμειγνύονται με ξηρά κρασιά που παρήχθησαν από τις τοπικές ποικιλίες σταφυλιών της Κύπρου. Το μίγμα στέμφυλων/κρασιού αποστάζεται έπειτα στις ειδικές παραδοσιακές συσκευές απόσταξης, παράγοντας τη ζιβανία. Η Zιβανία χαρακτηρίζεται από τη χαρακτηριστική της γεύση και το άρωμά της. Είναι άχρωμο και είναι ένα ευχάριστο οινοπνευματώδες με το ελαφρύ άρωμα των σταφίδων. Η τυπική περιεκτικότητα σε οινόπνευμα είναι 45%vol. Δεν περιέχει ζάχαρη και δεν έχει καμία οξύτητα.
Η Zιβανία παράγεται στην Κύπρο από τον καιρό που η Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας κυβερνούσε το νησί, γύρω στα τέλη του 14ου αιώνα. Τα στοιχεία της συνεχούς παραγωγής του κατά τη διάρκεια της οθωμανικής και βρετανικής κατοχής του νησιού προέρχονται από τους συγγραφείς όπως ο βρετανός συγγραφέας Samuel Baker το 1879. Από το 2004, η Zιβανία έχει προστατευθεί στο πλαίσιο των κανονισμών της ΕΕ ως προϊόν μοναδικό στην Κύπρο και δεν μπορεί υπό αυτήν τη μορφή να παραχθεί σε οποιαδήποτε άλλη χώρα ούτε να εμπορευτεί με αυτό το όνομα.
Προκειμένου να παραχθεί ζιβανία ανώτερης ποιότητας, χρησιμοποιούνται ώριμα υγιή σταφύλια της καλύτερης ποιότητας. Το σταφύλι που χρησιμοποιείται για ζύμωση πρέπει να είναι λιγότερο από 13°, προκειμένου να επιτευχθεί η τέλεια ζύμωση. Μόλις η διαδικασία της ζύμωσης ολοκληρωθεί (δηλ. λιγότεροι ή ίσος στην ανάγνωση 0° Baumι) το κρασί και ο οπός μήλου μεταφέρονται στο κύριο τμήμα των συσκευών απόσταξης, το καζάνι, και η διαδικασία απόσταξης αρχίζει. Η τελευταία ζιβανία που βγαίνει από τις συσκευές καλείται "πόρακος" και έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Υπάρχουν κυρίως τρεις τύποι διαδικασιών απόσταξης:
Απόσταξη κρασιού.
Απόσταξη μίγματος κρασιού και στέμφυλων.
Απόσταξη μίγματος στέμφυλων, νερού και "ποράκου".
Ανάλογα με τη διαδικασία απόσταξης, διαφορετικές ποιότητες ζιβανίας μπορούν να παραχθούν.
Η Zιβανία αποθηκεύεται συνήθως σε καθαρά ξύλινα ή γαλβανισμένα μεταλλικά κιβώτια που μπορούν να σφραγιστούν προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εξάτμισης. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ιδιαίτερη προσοχή λαμβάνεται για να μην χτυπηθούν τα κιβώτια ή να συμβεί κάποια διαρροή ή εξάτμιση της ζιβανίας
Εκτός από την απόλαυση της ζιβανίας ως οινοπνευματώδες ποτό, χρησιμοποιείται στην Κύπρο και για διάφορους άλλους λόγους. Χρησιμοποιείται για να θεραπεύσει τις πληγές, για εντριβές σε μέρη του σωμάτος, ως θεραπεία για το κρυολόγημα, σε πονόδοντους ή ως ποτό προθέρμανσης κατά τη διάρκεια των κρύων μηνών του χειμώνα, ειδικά στα χωριά στο βουνό Τρόοδος. Παλιότερα, τα κύρια οινοπνευματώδη ποτά των Κύπριων που κατανάλωναν ήταν κρασί και ζιβανία. Σε μερικά χωριά της Κύπρου, η κανέλα προστίθεται στη ζιβανία δίνοντας της ένα κόκκινο χρώμα και ένα ιδιαίτερο άρωμα και γεύση. Καθως η ζιβανία ωριμάζει γίνεται καλύτερη και πιο αρωματική.
Η Ζιβανία σερβίρεται παγωμένη με αμύγδαλα, ξύλα καρυδιάς, λουκούμι, σουτζούκο ή μικρά ορεκτικά όπως λουκάνικο (παραδοσιακό κυπριακό λουκάνικο), ή λούντζα (παραδοσιακό κυπριακό καπνισμένο χοιρινό κρέας).

8. Κουμανταρία
Η κουμανταρία είναι κυπριακό εύγευστο, γλυκό γνήσιο κρασί, που παράγεται χωρίς ξένες γλυκαντικές ουσίες, φυσικό χωρίς την προσθήκη χρώματος, από μείγμα ντόπιων μαύρων σταφυλιών και άσπρο ξυνιστέρι ή χωριστά μόνο από μαύρα ή μόνο από άσπρα σταφύλια. Κύρια χαρακτηριστικά της κουμανταρίας, που προσφέρεται ως επιδόρπιο κρασί, είναι η εξαιρετική γεύση και το θαυμάσιο άρωμα. Η καλύτερη κουμανταρία τόσο σε γεύση, σε άρωμα, σε χρώμα και γλυκύτητα παράγεται με ανάμειξη ξυνιστέρι 85-90% και μαύρο ντόπιο 10-15%.
Το όνομα κουμανταρία δόθηκε στο κόκκινο κρασί, από τους Ιωαννίτες, ιππότες του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων, που ήταν ένα από τα στρατιωτικοθρησκευτικά τάγματα που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο κοντά στο Κολόσσι, το 1192 μ. Χ. Το τάγμα αυτό είχε τη στρατιωτική διοίκηση του, commanderie ή Commandaria. Στην περιοχή αυτή παραγόταν και το γνωστό γλυκόπιοτο κρασί, την παραγωγή του οποίου υιοθέτησαν και τελειοποίησαν οι Ιωαννίτες Ιππότες δίνοντας σ’ αυτό το όνομα κουμανταρία.
Σήμερα την πλέον φημισμένη κουμανταρία παράγουν στην κοινότητα της Ζωοπηγής. Για την παραγωγή εκλεκτής κουμανταρίας, σήμερα χρησιμοποιούνται τα σταφύλια των δυο κυριοτέρων οινοποιήσιμων ποικιλιών, του μαύρου ντόπιου και του άσπρου ή ξυνιστεριού, σε αναλογία 85-90% προς 10-15%. Μετά τον τρυγητό, τα σταφύλια τοποθετούνται πάνω σε λινάτσες ή σε δώματα στην ύπαιθρο τις λεγόμενες «απλώστρες» 4-10 μέρες ή και περισσότερες αναλόγως της πορείας των καιρικών συνθηκών, για να υποστούν αφυδάτωση από την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας. Μετά αφού οι βαθμοί ανέλθουν για το μαύρο σταφύλι σε 20° - 21° και για το ξυνιστέρι σε 18° - 19°, τα σταφύλια είναι έτοιμα για έκθλιψη. Αυτή γίνεται στα μικρά οινοποιεία των κουμανταροχωριών. Οι ράγες συμπιέζονται πρώτα στο αλεστήριο-σπαστήριο και έπειτα μεταφέρονται στο πιεστήριο. Στο πιεστήριο δίδεται μεγάλη προσοχή στην πίεση ώστε να μη σπάσουν τα κουκούτσια και οι βόστρυχοι, και ελευθερώνεται τανίνη, η οποία προσδίδει στο κρασί ανεπιθύμητη γεύση. Το εκρέουν γλεύκος τοποθετείται σε κυλινδρικές δεξαμενές από μπετόν αρμέ, ή γαλβανιζέ, όπου ζυμώνεται. Στο τέλος της ζύμωσης οι βαθμοί μπωμέ κατέρχονται των 15°. Κατά τον Δεκέμβρη γίνεται η μετάγγιση με απουσία του αέρα. Γύρω στα τέλη του Γενάρη αρχές Φλεβάρη αρχίζει η παράδοση του νεοπαραχθέντος κρασιού στις οινοβιομηχανίες για περαιτέρω επεξεργασία και τυποποίηση. Μετά το φιλτράρισμα η κουμανταρία μεταφέρεται σε οιναποθήκη για παλαίωση μέσα σε δρύινα βαρέλια των 500 λίτρων.

9. Πατάτα
Η πατατοκαλλιέργεια είναι μια από τις σημαντικότερες γεωργικές καλλιέργειες του νησιού, ενώ, το μεγαλύτερο ποσοστό της παραγόμενης ποσότητας εξάγεται σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελώντας έτσι μια σημαντική πηγή εσόδων για την κυπριακή οικονομία. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι περίπου το 40% των εσόδων από τις εξαγωγές κυπριακών, μη μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων, προέρχεται από τις εξαγωγές πατατών. Η κυπριακή πατάτα αποτελεί, λοιπόν, το πρώτο σε εξαγωγές προϊόν της Κύπρου.
Οι λόγοι που η κυπριακή πατάτα παρουσιάζει εδώ και πολλά χρόνια μια πολύ καλή δυναμική σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές είναι, καταρχήν, το γεγονός ότι η Κύπρος, λόγω των κλιματολογικών της συνθηκών, έχει τη δυνατότητα να παράγει πατάτες σχεδόν ολόχρονα, με αποτέλεσμα να υπερέχει σε ό,τι αφορά την πρωιμότητα της παραγωγής. Από την άλλη, οι Κύπριοι πατατοπαραγωγοί θεωρούνται άνθρωποι προοδευτικοί, οι οποίοι επενδύουν συνεχώς στον τομέα τους, ενώ, παράλληλα, γνωρίζουν πολύ καλά την τεχνική της καλλιέργειας της πατάτας. Ταυτόχρονα, η κυπριακή πατάτα έχει αποκτήσει ένα πολύ καλό όνομα και φήμη στο εξωτερικό και αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού τα εδάφη της Κύπρου και κυρίως η κοκκινογή, φαίνεται να προσδίδουν ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά στην κυπριακή πατάτα. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία του όγκου παραγωγής πατατών στην Κύπρο πιστοποιείται με το σύστημα της Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Παραγωγής, το οποίο διασφαλίζει ότι η διαδικασία παραγωγής είναι ασφαλής, τόσο για το περιβάλλον όσο και για τον καταναλωτή.

10. Ξυνιστέρι
Το Ξυνιστέρι είναι μια λευκή ποικιλία που προέρχεται από την Κύπρο. Αποτελεί περίπου το 13% έως 16% της αμπελουργικής έκτασης που φυτεύεται στο νησί, η δεύτερη πιο σημαντική ποικιλία σταφυλιών. Οι νότιες πλαγιές της Τροόδους είναι η περιοχή με την υψηλότερη πυκνότητα αμπέλου.
Συνδυάζεται με το Μαύρο για την παραγωγή της Κουμανταρίας, ενός γλυκού κρασιού που αποτελεί το κύριο προϊόν εξαγωγής της κυπριακής βιομηχανίας οίνου.
Για τους λατρεις του λευκού κρασιού, το Ξυνιστέρι αποτελεί μια εκπληκτική επιλογή. Το χρώμα του είναι σχεδόν διάφανο και η περιεκτικότητα σε αλκοόλ είναι σχετικά μικρή. Γι’ αυτό και το Ξυνιστέρι συνοδεύει κάθε φαγητό και μπορεί να καταναλωθεί ακόμη και σε μεγάλες ποσότητες.





